Sunday, Oct 20 2019
03:46:26 PM



Hypatia
Written by Michael Servos


Η ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ
WWW.HELLENES.COM
ΕΙΝΑΙ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ
ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΤΙΔΑΣ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

ΥΠΑΤΙΑΣ

Στην Υπατία, που στην λάμψη σου, στα λόγια σου κλίνω γόνυ και υψώνω το βλέμμα μου προς τον έναστρο ουρανό του πνεύματός σου. Γιατί προς τον ουρανό τοξεύει η πράξη σου, προς τον ουρανό οδηγεί των λόγων σου η ομορφιά, θεϊκή Υπατία. Ω συ των πνευματικών επιστημών υπέρλαμπρο αστέρι».
Παλλαδάς (αρχαίος επιγραμματοποιός), «Ύμνος εις την Υπατίαν».

Η Υπατία, η φιλόσοφος και μαθηματικός της Αλεξανδρείας δεν είναι γνωστή -όσο ίσως θα έπρεπε- στη χώρα μας.
Μια προσωπικότητα ολοκληρωμένη, γεμάτη ηθικές αρετές θάρρους, δύναμης, δικαιοσύνης, ειλικρίνειας, σεβασμού και αφοσίωσης στα ιδανικά, τις αξίες και τα πιστεύω της. Από τις σπάνιες γυναικείες μορφές, που η ενασχόλησή της με τις κατ�εξοχήν για την εποχή, ανδρικές επιστήμες, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πνευματική κληρονομιά της ύστερης αρχαιότητας�Αυτή η πρώτη Ελληνίδα που θέλησε να ακολουθήσει το δρόμο της ανεξαρτησίας ενάντια στις προκαταλήψεις, αρνούμενη υποταγή σε ένα ανδροκρατούμενο κατεστημένο και στο θρησκευτικό φανατισμό, δέχτηκε την ευτέλεια και το διωγμό. Μέσα στη θαρραλέα μοναξιά και με όπλο τις γνώσεις της, αντιστάθηκε επιβάλλοντας τη γυναικεία φωνή ακόμη και μετά τη δολοφονία της. Ως την τελευταία ημέρα, ως την τελευταία ανάσα της, αντιμετώπισε με θάρρος κι επίγνωση ακόμη και τον ίδιο το θάνατό της.
Η Αλεξάνδρεια του 4ου αιώνα μ.Χ. ήταν ο χώρος μιας μικρής επιστημονικής αναγέννησης και αυτή φωτίστηκε από την πιο διάσημη ανάμεσα στις γυναίκες επιστήμονες και φιλοσόφους.
Για δεκαπέντε αιώνες η Υπατία θεωρείται ότι ήταν η μόνη γυναίκα επιστήμονας στην ιστορία. Ακόμα και σήμερα συχνά είναι η μόνη γυναίκα που αναφέρεται στην ιστορία των μαθηματικών και της αστρονομίας. Αυτή η ευγενής γυναίκα ξεχωρίζει στις σελίδες της ιστορίας σαν η μεγαλύτερη από τους μάρτυρες παγανιστές.
Η ζωή της
Όταν γεννήθηκε η Υπατία γεννήθηκε την 25η Νοεμβρίου του 364 μ.Χ., η διανοητική ζωή της Αλεξάνδρειας βρισκόταν σε κατάσταση επικίνδυνης σύγχυσης. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία γινόταν χριστιανική και όλο και πιο συχνά δεν ήταν μόνο ο χριστιανός ζηλωτής που έβλεπε αιρέσεις και σατανισμό στα μαθηματικά και στην επιστήμη: «οι μαθηματικοί έπρεπε να κατασπαραχθούν από θηρία ή να καούν ζωντανοί» (McCabe). Μερικοί από τους χριστιανούς Πατέρες αναβίωσαν τις θεωρίες της επίπεδης γης και του σύμπαντος ως στερέωμα. Στην Αλεξάνδρεια ο Θεόφιλος, Πατριάρχης Αλεξάνδρειας, υποκινούσε βίαιες συγκρούσεις μεταξύ παγανιστών, Εβραίων και Χριστιανών. Δεν ήταν μια και τόσο ευμενής εποχή για να είναι κανείς επιστήμονας, ή φιλόσοφος.
Ο πατέρας της Υπατίας, ο Θέων, ήταν μαθηματικός και αστρονόμος στο Μουσείο. Επέβλεπε από κοντά κάθε πλευρά της εκπαίδευσης της κόρης του. Ο Θέων έκανε εξαιρετικά σχόλια στα έργα δύο παλαιοτέρων σπουδαίων αλεξανδρινών μαθηματικών και φιλοσόφων, του Πτολεμαίου και του Ευκλείδη. Ο Θέων ήταν ο τελευταίος λόγιος που καταγράφεται ως μέλος του Αλεξανδρινού Μουσείου. Αξίζει να σημειώσουμε πως τόσο ο Θέωνας όσο και η κόρη του Υπατία, είχαν αλεξανδρινή υπηκοότητα, κάτι που εκείνη την εποχή ήταν δύσκολο κανείς να αποκτήσει, μιας και την υπηκοότητα την παραχωρούσε ο ίδιος ο βασιλιάς (σε περιορισμένο αριθμό ατόμων κυρίως ελληνικής καταγωγής). Σύμφωνα με το μύθο, ήταν αποφασισμένος να γίνει η κόρη του ένα «τέλειο ανθρώπινο ον» (ήταν η εποχή που οι γυναίκες θεωρούνταν κάτι παρακάτω από άνθρωποι)! Η Υπατία ήταν πραγματικά μια ξεχωριστή νέα. Ταξίδεψε στην Αθήνα και την Ιταλία και εντυπωσίαζε όσους συναντούσε με την εξυπνάδα και την ομορφιά της.
Έτσι λοιπόν δίπλα στον πατέρα της η Υπατία έλαβε εξαιρετική μόρφωση, την οποία ανέπτυξε και καλλιέργησε σε τέτοιο βαθμό, ώστε τελικά τον ξεπέρασε.
Σπούδασε στη νεοπλατωνική σχολή του Πλούταρχου του Νεότερου και της κόρης του Ασκληπιγένειας στην Αθήνα και ανατράφηκε στις θεμελιώδεις αρχές της Πλατωνικής Σχολής. Την εποχή εκείνη υπήρχε διάκριση μεταξύ των νεοπλατωνικών σχολών της Αλεξάνδρειας και της Αθήνας. Η σχολή της Αθήνας τόνιζε περισσότερο τη μαγεία και την απόκρυφη επιστήμη. Αλλά για τους Χριστιανούς, όλοι οι Πλατωνιστές ήταν επικίνδυνοι αιρετικοί. Οι νεοπλατωνικοί ήταν ασκητικοί και παρέπεμπαν στον Πυθαγόρα, ο οποίος είχε διδάξει ότι η σοφία επιτυγχάνεται μέσω της αποχής. Αν και η Υπατία τηρούσε πιστά αυτές τις αρχές, δεν απαιτούσε από τους μαθητές της, που ήταν διαφόρων θρησκειών, ανάλογους περιορισμούς. Όπως κάθε φιλόσοφος της αρχαιότητας, έτσι και η Υπατία προσπαθούσε να βοηθήσει τους μαθητές της να αντιληφθούν την πραγματική ομορφιά της ζωής και την αληθινή γνώση.
Παρακολούθησε όμως και μαθήματα στη σχολή του Πρόκλου και επηρεάστηκε βαθύτατα από τη διδασκαλία του. Παραδίδεται ότι ο Πρόκλος διέκρινε μεταξύ των μαθητών του την Υπατία, όχι μόνο για τη διαλεκτική της οξύτητα, αλλά και για τη στέρεη μαθηματική της σκέψη. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στη σχολή του Ιεροκλέους, όπως προκύπτει από μαρτυρίες υστέρων συγγραφέων. Η φήμη της ως σπουδαίας φιλοσόφου διαδόθηκε μεταξύ των νέων συμμαθητών, στους οποίους άρχισε κατ�ιδίαν να διδάσκει τη θεωρία του Πλωτίνου και τη μέθοδο του διδασκάλου της Πρόκλου, την οποία είχε βαθύτατα αφομοιώσει. Και στις δύο σχολές έγινε αντικείμενο λατρείας -κατά τους ιστορικούς- για το εξαίσιο κάλλος, όχι μόνο το πνευματικό, αλλά και το σωματικό. Ήταν τόσο ωραία στη μορφή και το ήθος, ώστε, καθώς λέει ένας βιογράφος της, «ερασθήναι τινα των προσφοιτώντων».
Το θάρρος, παρρησία, διαλεκτική δύναμη και η σπάνια αναλυτική ικανότητα την καθιέρωσαν στις συνειδήσεις των συγχρόνων της.
Η Υπατία συνέχισε το έργο του πατέρα της, διδάσκοντας φιλοσοφία, μαθηματικά και αστρονομία. Η φήμη της εξαπλώθηκε γρήγορα, έχοντας ως αποτέλεσμα, από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας να καταφθάνουν στην Αλεξάνδρεια για να σπουδάσουν φιλοσοφία.
Το Μουσείο είχε χάσει την υπεροχή του και η Αλεξάνδρεια τώρα είχε ξεχωριστά σχολεία για παγανιστές, για Εβραίους και για Χριστιανούς. Ωστόσο, η Υπατία δίδασκε σε ανθρώπους κάθε θρησκείας και μετά τον πατέρα της ανέλαβε μια Έδρα Φιλοσοφίας στην πόλη. Σύμφωνα με τον βυζαντινό εγκυκλοπαιδιστή Σουίδα, «ήταν επίσημα διορισμένη να ερμηνεύει το δόγμα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη κ.ά.». Πολλοί μαθητές ερχόταν στην Αλεξάνδρεια ειδικά για να παρακολουθήσουν τις διαλέξεις της για τα μαθηματικά, την αστρονομία, τη φιλοσοφία και τη μηχανική. Το σπίτι της έγινε κέντρο διανοουμένων και συγκέντρωνε σχολαστικιστές που συζητήσουν επιστημονικά και φιλοσοφικά ερωτήματα.
Η φήμη της δρασκέλισε τα τοπικά σύνορα της αλεξανδρινής σχολής και έφτασε ως τη σχολή της Αντιοχείας, την οποία σε μεγάλο βαθμό επηρέασε. Αλλά και όλη τότε η φιλοσοφική και γενικότερα η πνευματική κίνηση δέχτηκε μεγάλη ώθηση από την επιστημονική πρωτοτυπία της σκέψης της.
Η Υπατία δεν παντρεύτηκε ποτέ και για αιώνες οι ιστορικοί αναρωτιόταν για την αγνότητά της.
Χωρίς εξαίρεση, οι ελάχιστες ιστορικές αναφορές σε αυτή την παρθένο φιλόσοφο βεβαιώνουν την αρετή της, την ακεραιότητά της και την απόλυτη αφοσίωσή της στα ιδεώδη της Αλήθειας και του Δίκαιου.
Οι συνθήκες της εποχής
Η εποχή κατά την οποία έζησε η Υπατία δεν ευνοούσε την ευδοκίμηση τέτοιων πνευμάτων και ροπών. Φαίνεται ως περίεργο, αλλά η μακρινή αυτή εποχή παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την εποχή μας, διότι αναδεικνύει γνωρίσματα, τα οποία συναντά κάποιος στους καιρούς μας: τότε, όπως και σήμερα, βρισκόταν ο κόσμος σε πολιτική ταραχή και σύγχυση. Επικρατούσε ανταγωνισμός των φύλων. Κυριαρχούσε θρησκευτικός και πολιτικός φανατισμός, αδιαφάνεια και έλλειψη ιδεολογικής καθαρότητας επεσκίαζε τις ψυχές και τα πνεύματα. Πάθη και μίσος και φόνοι δεν ήταν κάτι το άγνωστο.
Ο 4ος αιώνας χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια των αυτοκρατόρων, με εξαίρεση τον Ιουλιανό, να επιβάλουν τον χριστιανισμό ως κυρίαρχη θρησκεία στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Για το λόγο αυτό η νέα θρησκεία ήρθε αντιμέτωπη με τις υπόλοιπες θρησκευτικές και φιλοσοφικές τάσεις που υπήρχαν μέσα στο ρωμαϊκό κράτος. Ο νεοπλατωνισμός μάλιστα, αποτελούσε τον μεγαλύτερο «εχθρό», μιας και αποτελούσε την ποιο σοβαρή εναλλακτική λύση έναντι του Χριστιανισμού. Έτσι οι αυτοκράτορες, με μια σειρά διατάξεων προσπάθησαν να περιορίσουν τις ελευθερίες λατρείας των εθνικών και στην συνέχεια με μια πληθώρα νομοθετημάτων στράφηκαν να εξαλείψουν την αρχαία ελληνική θρησκεία κλείνοντας τα ιερά, απαγορεύοντας τις θυσίες και αφαιρώντας τις περιουσίες τους. Προς το τέλος μάλιστα του 4ου αιώνα, οι ναοί των εθνικών άρχισαν να καταστρέφονται (ιδιαίτερα στην Ανατολή), ενώ η εθνική λατρεία ποινικοποιήθηκε. Μάταια, ο σπουδαίος ρήτορας και σοφιστής Λιβάνιος έκανε έκκληση στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο να μεριμνήσει, ώστε να εμποδιστούν οι φανατικοί χριστιανοί να καταστρέφουν τα ιερά των εθνικών.
Το 386 ο επίσκοπος Μάρκελλος της Απάμειας κατέστρεψε το ναό του Δία Βήλου στην Απάμεια, ενώ το 392 καταστράφηκε το Σεραπείο της Αλεξάνδρειας, ένας από τους σημαντικότερους ναούς της αυτοκρατορίας, από τον χριστιανικό όχλο, που καθοδηγείτο από τον πατριάρχη Θεόφιλο. Η καταστροφή του Σεραπείου ήταν σημαντική γιατί κτίστηκε από τον Πτολεμαίο Α και συμβόλιζε την συνύπαρξη, την αλληλοκατανόηση και τον αλληλοσεβασμό των τριών σημαντικότερων πληθυσμιακών ομάδων της Αλεξάνδρειας, των Ελλήνων, των Αιγυπτίων και των Ιουδαίων. Έτσι, η ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία μπόρεσε να απορρίψει τελείως την κλασσική ελληνική παιδεία, γεγονός που έμεινε γνωστό με την ρήση «χείλη υμνούντα τον Χριστόν δεν δύνανται τον Δίαν να υμνήσουν».
Ο αυτοκράτορας Ουάλης (364-378), με αφορμή την αποκάλυψη μια υποτιθέμενης συνομωσίας για την ανατροπή του από εθνικούς, αποδύθηκε σε ένα «κυνήγι μαγισσών», εξαπολύοντας απηνή διωγμό, κυρίως εναντίον των εθνικών διανοούμενων. Για λόγους αυτοπροστασίας, πολλοί έκαψαν τα βιβλία και τις βιβλιοθήκες τους, αφού ήταν δυνατό να θεωρηθούν ότι κρύβουν μαγείες και επωδούς. Τα θύματα των διωγμών ήταν πολλά, ενώ αρκετοί, για να αποφύγουν τυχών τιμωρία τους, διέφευγαν έξω από τα όρια της αυτοκρατορίας. Έτσι, το 391 τερματίσθηκε και η λειτουργία του Αλεξανδρινού Μουσείο, με το διάταγμα του Θεοδοσίου, το οποίο επέβαλλε την καταστροφή όλων των εθνικών ναών της πόλης.
Ο μαρτυρικός της θάνατος
Κατά την περίοδο 412-415 αυτοκρατορικός έπαρχος της Αιγύπτου ήταν ο χριστιανός Ορέστης, ο οποίος όμως, όπως και άλλοι πολιτικοί επισκεπτόταν την Υπατία για να την συμβουλευτεί για θέματα πολιτείας, αλλά και για να παρακολουθήσει τα μαθήματά της. Στο πατριαρχικό θρόνο εν τω μεταξύ ο Κύριλλος διαδέχθηκε τον αποβιώσαντα Θεόφιλο. Αμέσως ο Κύριλλος άρχισε έναν αγώνα για την «καθαρότητα της πίστης», εκδιώκοντας από την πόλη όλους τους μη ορθόδοξους χριστιανούς. Φυσικά αυτός ο διωγμός έλαβε χώρα και για την επέκταση της θρησκευτικής του δικαιοδοσίας στις υποθέσεις της κρατικής διοίκησης.
Πρώτα θύματα αυτής της τακτικής του ήταν οι Νοβατιανοί και κατόπιν η εβραϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας. Μόλις ο Ορέστης αντέδρασε, ορισμένοι μοναχοί υπό την παρότρυνση του Κυρίλλου αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν, τραυματίζοντάς τον στο κεφάλι. Ο Ορέστης βρήκε στην Υπατία έναν σύμμαχο, αλλά το γεγονός αυτό μαζί με το ότι η Υπατία ήταν εκτιμώμενο πρόσωπο της πόλης, ανησύχησε τον Κύριλλο. Προκειμένου λοιπόν να την κατηγορήσει και να την αποξενώσει από τον απλό λαό, ο Κύριλλος την κατηγόρησε ότι ασκούσε μαύρη μαγεία! Η κατηγορία της μαγείας άλλωστε για εκείνη την εποχή ήταν κύριο όπλο της χριστιανικής ελίτ κάθε φορά που επεδίωκε φυσική και ηθική εξόντωση κάποιου αντιπάλου της.
Αγνοώντας τις εκκλήσεις του Ορέστη, ο οποίος εκτός από μαθητής της ήταν και καλός της φίλος, η Υπατία αρνήθηκε να απαρνηθεί τις ιδέες της και να ασπασθεί το Χριστιανισμό.
Το ότι η Υπατία ανακατεύτηκε στα πολιτικά θέματα της Αλεξάνδρειας είναι αδιαμφισβήτητο. Ο μαθητής της Ησύχιος ο Εβραίος έγραφε:
«Κρατώντας το μανδύα του φιλοσόφου και περπατώντας μέσα στην πόλη, εξηγούσε δημόσια τα γραπτά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και άλλων φιλοσόφων σε όλους όσους ήθελαν να ακούσουν�Οι ήθελαν να συμβουλευθούν αυτήν πρώτα για τα θέματα διοίκησης της πόλης».
Την σαρακοστή λοιπόν του 415, ενώ η Υπατία επέστρεφε στην κατοικία της, μετά από τον συνηθισμένο περίπατό της στην πόλη, μια ομάδα χριστιανών (Παραβαλάνοι, ομάδα νεαρών που λειτουργούσαν ως στρατιωτικό σώμα του Πατριάρχη) αφού έκαψαν το σπίτι της, την έσυραν στην εκκλησία Καισάρειον, όπου ξέσχισαν τα ρούχα της και κομμάτιασαν το σώμα της με όστρακα. Έπειτα, αφού έσυραν τα κομμάτια της σε ολόκληρη την πόλη, τα κάψανε στην πυρά έξω από την Αλεξάνδρεια, στην θέση Κίναρον.
Ο φόνος της Υπατίας περιγράφεται στα γραπτά του χριστιανού ιστορικού του 5ου αιώνα Σωκράτη του Σχολαστικού:
«Όλοι οι άνθρωποι την σεβόταν και την θαύμαζαν για την απλή ταπεινοφροσύνη του μυαλού της. Ωστόσο, πολλοί με πείσμα την ζήλευαν και επειδή συχνά συναντούσε και είχε μεγάλη οικειότητα με τον Ορέστη, ο λαός την κατηγόρησε ότι αυτή ήταν η αιτία που ο Επίσκοπος και ο Ορέστης δεν γινόταν φίλοι. Με λίγα λόγια, ορισμένοι πεισματάρηδες και απερίσκεπτοι κοκορόμυαλοι με υποκινητή και αρχηγό τους τον αναγνώστη Πέτρο, έναν οπαδό αυτής της Εκκλησίας, παρακολουθούσαν αυτή τη γυναίκα να επιστρέφει σπίτι της γυρνώντας από κάπου. Την κατέβασαν με τη βία από την άμαξά της, την μετέφεραν στην Εκκλησία που ονομαζόταν Καισάρειον, την γύμνωσαν εντελώς, της έσκισαν το δέρμα και έκοψαν τις σάρκες του σώματός της με κοφτερά κοχύλια μέχρι που ξεψύχησε, διαμέλισαν το σώμα της, έφεραν τα μέλη της σε ένα μέρος που ονομαζόταν Κίναρον και τα έκαψαν».
Οι δολοφόνοι της Υπατίας, όπως αναφέρθηκε, ήταν Παραβαλάνοι, φανατικοί μοναχοί της Εκκλησίας του Αγ. Κυρίλλου της Ιερουσαλήμ, πιθανώς υποβοηθούμενοι από Νιτριανούς μοναχούς. Το αν ο Κύριλλος διέταξε ο ίδιος το φόνο παραμένει ανοικτό ερώτημα. Πάντως, δημιούργησε το λιγότερο το πολιτικό κλίμα που επέτρεψε μια τέτοια θηριωδία. Ο Κύριλλος αργότερα ονομάστηκε άγιος και τιμάται από την Εκκλησία στις 18 Ιανουαρίου.
Ο Κύριλλος, ο οποίος αργότερα αναγορεύτηκε ο πατέρας τους δόγματος της Χριστιανικής Τριάδας και αγιοποιήθηκε όπως είπαμε για τον ζήλο του, έβλεπε στην Υπατία μια συνεχή απειλή για τη διάδοση της Χριστιανικής πίστης. Ο Κύριλλος, τουλάχιστον έμμεσα, ήταν η αιτία του τραγικού της θανάτου. Παρά κάθε επόμενη προσπάθεια να τον απαλλάξουν από το στίγμα του δολοφόνου, το αδιαμφισβήτητο γεγονός παραμένει ότι δεν έκανε καμία προσπάθεια να αποτρέψει το αποτρόπαιο και βίαιο έγκλημα. Το μόνο ελαφρυντικό που μπορεί κανείς να προσφέρει σαν υπεράσπισή του είναι το ότι, τυφλωμένος από τη μανία του φανατισμού, ο Κύριλλος θεωρούσε την Υπατία ως μάγισσα εκπρόσωπο του Κακού.
Ο Ορέστης ανέφερε τη δολοφονία και ζήτησε από τη Ρώμη να ξεκινήσει έρευνες. Αργότερα παραιτήθηκε και έφυγε από την Αλεξάνδρεια. Η έρευνα αναβλήθηκε πολλές φορές λόγω «έλλειψης μαρτύρων» και με όργιο δωροδοκιών και τελικά ο Κύριλλος ισχυρίσθηκε ότι η Υπατία ήταν ζωντανή και ζούσε στην Αθήνα.
Αν λάβει κάποιος υπ�όψη τις ειδικότερες πολιτιστικές συνθήκες και τη χαμηλή στάθμη του πολιτισμού, αν προστεθεί σ�αυτό ένας οξύς θρησκευτικός φανατισμός και αν τέλος συνειδητοποιηθεί ο συγκρητισμός δοξασιών, λαϊκών αντιλήψεων, καθώς και οι από τις αιρέσεις και διαμάχες και τις συζητήσεις προκύπτουσες συγκρούσεις, τότε μόνο μπορεί να κατανοήσει κάποιος, πώς είναι δυνατόν μία φωτισμένη φιλόσοφος να παραδοθεί στην αλόγιστη και ανεξέλεγκτη μανία ενός αφηνιασμένου πλήθους, το οποίο την οδήγησε σ�ένα τραγικό και μαρτυρικό τέλος.
Έτσι χάθηκε το 415 η μεγαλύτερη γυναίκα μύστης του αρχαίου κόσμου και μαζί της έπεσε και η Νεοπλατωνική Σχολή της Αλεξάνδρειας. Η μνήμη της Υπατίας πιθανώς τιμάται από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στο πρόσωπο της Αγ. Αικατερίνης της Αλεξάνδρειας. Κατά άλλους αυτή είναι διαφορετικό πρόσωπο, μια άλλη χριστιανή Αλεξανδρινή διανοούμενη που δολοφονήθηκε ένα μήνα πριν την Υπατία.
Με την εξάπλωση του Χριστιανισμού, η έρευνα έδωσε τη θέση της στην εμφάνιση πολλών θρησκευτικών λατρειών και μεγάλο θρησκευτικό χάος και ενδιαφέρον για την αστρολογία και το μυστικισμό. Το 640 εισέβαλαν οι Άραβες στην Αλεξάνδρεια και ό,τι είχε απομείνει από το Μουσείο καταστράφηκε. Αλλά αν και η Ευρώπη είχε μπει στους σκοτεινούς χρόνους του Μεσαίωνα, η ελληνική επιστήμη επρόκειτο να επιβιώσει στο Βυζάντιο και να ανθίσει στον Αραβικό κόσμο.
Το έργο της
Με επιχειρήματα και δημόσια αναγνώριση και σεβασμό η Υπατία επισκίαζε κάθε αντίπαλο των Χριστιανικών δογμάτων της Βόρειας Αιγύπτου. Ήταν φημισμένη για το βάθος της γνώσης της και τη γοητεία της προσωπικότητάς της και αγαπημένη των πολιτών της Αλεξάνδρειας. Συχνά την καλούσαν ως σύμβουλο οι άρχοντες της πόλης.
Αν και τα γραπτά της καταστράφηκαν στην πυρκαγιά της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, μπορούμε να σχηματίσουμε μια εικόνα του περιεχομένου τους από τα σχόλια σύγχρονών της συγγραφέων. Η Υπατία έγραψε σχόλια για την Αριθμητική του Διόφαντου, επίσης για τον Αστρονομικό Κανόνα του Πτολεμαίου και ακόμα για τις Κωνικές Τομές του Απολλώνιου της Πέργα.
Τα περισσότερα από τα γραπτά της Υπατίας ξεκίνησαν σαν σημειώσεις για τους μαθητές της. Κανένα δεν έχει διασωθεί ολοκληρωμένο, αν και είναι πιθανό τμήματα του έργου της να έχουν ενσωματωθεί στις εκτενείς πραγματείες του Θέωνα. Μερικές πληροφορίες για τα επιτεύγματά της προέρχονται από δασωμένα γράμματα του μαθητή και φίλου της Συνέσιου του Κυρηναίου, που αργότερα έγινε ο πλούσιος και ισχυρός Επίσκοπος της Πτολεμαϊδας. Κάποτε ο Συνέσιος, Επίσκοπος και γνωστός για τη μόρφωσή του, της έγραψε ζητώντας τη βοήθειά της στην κατασκευή ενός αστρολάβου και ενός υδροσκοπίου, αναγνωρίζοντας τη μοναδική υπεροχή του νου της.
Το σημαντικότερο έργο της Υπατίας ήταν στην άλγεβρα. Έγραψε σχόλια στην Αριθμητική του Διόφαντου σε 13 βιβλία. Ο Διόφαντος έζησε και εργάσθηκε στην Αλεξάνδρεια τον τρίτο αιώνα και έχει ονομασθεί «πατέρας της άλγεβρας». Ανέπτυξε τις απροσδιόριστες (ή Διοφαντικές) εξισώσεις, δηλαδή εξισώσεις με πολλαπλές λύσεις. (Ένα συνηθισμένο παράδειγμα προβλημάτων αυτού του τύπου είναι το πώς μπορούμε να μετατρέψουμε ένα κατοστάρικο σε νομίσματα χρησιμοποιώντας διαφορετικά νομίσματα, 50άρικα, 20άρικα κλπ.). Εργάσθηκε επίσης με δευτεροβάθμιες εξισώσεις. Τα σχόλια της Υπατίας περιελάμβαναν εναλλακτικές λύσεις και πολλά νέα προβλήματα που προέκυπταν σαν συνέπεια στα χειρόγραφα του Διόφαντου.
Η Υπατία έγραψε επίσης μια διατριβή Περί των Κωνικών του Απολλώνιου σε οκτώ βιβλία. Ο Απολλώνιος ο Πέργας ήταν ένας αλεξανδρινός γεωμέτρης του 3ου π.Χ. αιώνα, που προσπάθησε να εξηγήσει τις ασυνήθιστες τροχιές των πλανητών. Το κείμενο της Υπατίας ήταν μια εκλαΐκευση της εργασίας του. Όπως οι έλληνες πρόγονοί της, η Υπατία γοητευόταν από τις κωνικές τομές (τα γεωμετρικά σχήματα που σχηματίζονται όταν ένα επίπεδο τέμνει ένα κώνο). Μετά το θάνατό της, οι κωνικές τομές αγνοήθηκαν μέχρι την αρχή του 17ου αιώνα όταν οι επιστήμονες συνειδητοποίησαν ότι πολλά φυσικά φαινόμενα, όπως οι τροχιές πλανητών, περιγραφόταν με τον καλύτερο τρόπο με τις καμπύλες που προκύπτουν από κωνικές τομές.
Ο Θέων, ο πατέρας της Υπατίας, αναθεώρησε και εξέλιξε τα Στοιχεία της γεωμετρίας του Ευκλείδη και είναι η δική του έκδοση που χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα. Πιθανότατα η Υπατία εργάσθηκε μαζί του σε αυτή την αναθεώρηση. Αργότερα έγραψε μαζί του τουλάχιστον μία διατριβή για τον Ευκλείδη. Η Υπατία επίσης έγραψε τουλάχιστον ένα βιβλίο από την εργασία του Θέωνα για τον Πτολεμαίο. Ο Πτολεμαίος είχε συστηματοποιήσει όλη τη σύγχρονη μαθηματική και αστρονομική γνώση σε ένα έργο 13 βιβλίων, το οποίο μετριόφρονα ονόμασε Μαθηματική Πραγματεία. Άραβες Σχολαστικιστές το μετονόμασαν σε Almagest («Μέγα Βιβλίο»). Το σύστημα του Πτολεμαίου παρέμεινε το κυρίαρχο αστρονομικό έργο μέχρι τον Κοπέρνικο τον 16ο αιώνα. Οι πίνακες της Υπατίας για τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων, ο Αστρονομικός Κανών, ίσως ήταν μέρος των σχολίων του Θέωνα στον Πτολεμαίο, ή ήταν ξεχωριστό έργο.
Εκτός από τη φιλοσοφία και τα μαθηματικά, η Υπατία είχε ενδιαφέρον για τη μηχανική και την πρακτική τεχνολογία. Τα γράμματα του Συνέσιου περιέχουν σχέδια για αρκετά επιστημονικά όργανα περιλαμβάνοντας έναν αστρολάβο (Ο αστρολάβος χρησιμοποιούταν για τη μέτρηση των θέσεων του άστρων, πλανητών και του ήλιου και για τον υπολογισμό της ώρας και του ανερχόμενου ζωδίου του ζωδιακού).
Η Υπατία ανέπτυξε ακόμα μια συσκευή για τη διύλιση του νερού, ένα όργανο για τη μέτρηση της στάθμης του νερού και ένα διαβαθμισμένο υδρόμετρο από μπρούτζο για τη μέτρηση της ειδικής βαρύτητας (πυκνότητας) ενός υγρού.
Η Υπατία ήταν ο τελευταίος παγανιστής επιστήμονας του δυτικού κόσμου και ο θάνατός της συνέπεσε με τα τελευταία χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Και αφού από τότε δεν υπήρξαν σημαντικές πρόοδοι στα μαθηματικά, την αστρονομία και τη φυσική σε όλο τη Δύση για άλλα 1000 χρόνια, η Υπατία έγινε σύμβολο του τέλους της αρχαίας επιστήμης. Μετά την Υπατία ήρθε το χάος και ο βαρβαρισμός των Σκοτεινών Χρόνων.
Αρκετοί συγγραφείς μνημονεύουν τις διδασκαλίες της Υπατίας σαν Χριστιανικές στο πνεύμα. Πραγματικά, η Υπατία αφαίρεσε το πέπλο μυστηρίου με το οποίο είχε καλυφθεί αυτή η νέα θρησκεία, συζητώντας με τέτοια ευκρίνεια για τις πιο πολύπλοκες αρχές της ώστε πολλοί νεοφώτιστοι στη Χριστιανική πίστη εγκατέλειψαν το Χριστιανισμό για να γίνουν μαθητές της. Η Υπατία αποδείκνυε λογικά την παγανιστική καταγωγή της Χριστιανικής πίστης, αλλά και εξέθετε τα υποτιθέμενα θαύματα που οι Χριστιανοί πρόβαλαν σαν σημάδια «θείας προτίμησης», αναλύοντας τους φυσικούς νόμους που διέπουν τα φαινόμενα.
Συνοπτικά, οι τίτλοι των κυριοτέρων έργων της είναι:
«Υπόμνημα εις Διόφαντον», ο οποίος υπήρξε περίφημος προγενέστερός της μαθηματικός.
«Υπόμνημα στα κωνικά» του Απολλωνίου του Περγαίου, που ήταν επίσης διαπρεπής μαθηματικός.
«Αστρονομικός κανών».
Γνωστά, επίσης, είναι:
«Σχόλια» στο αστρονομικό σύστημα του Πτολεμαίου και στο Απολλωνίου του Περγαίου.
Το έργο, όμως, της Υπατίας χάθηκε και πολλοί ερευνητές το αναζητούν στα συγγράμματα τα παραδοθέντα υπό το όνομα του Διονυσίου του Αεροπαγίτου. Και συγκεκριμένα:
Θεία ονόματα. (Περί των Θείων ονομάτων).
Περί της ουρανίας ιεραρχίας.
Περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας.
Περί της μυστικής θεολογίας.
Δέκα επιστολαί.
Υπάρχουν ακόμη συγγραφές, που μνημονεύονται στα διασωθέντα έργα, οι οποίες όμως δεν παραδόθηκαν ή δεν έχουν ανακαλυφθεί μέχρι τώρα:
- Θεμελειώδεις Θεολογικαί κατευθύνσεις.
- Συμβολική Θεολογία.
- Περί του πνευματικού και αισθητού.
- Περί της ψυχής.
- Περί του Θείου προσώπου.
- Περί των Θείων ύμνων.
Συγγράμματα, στα οποία παραπέμπουν οι άλλοι συγγραφείς, τα οποία όμως δεν παραδόθηκαν μέχρις ημών:
- Σχόλιο στα Κωνικά του Απολλωνίου.
- Σχόλιο στην Άλγεβρα του Διοφάντου.
- Σχόλιο στον αστρονομικό κανόνα του Πτολεμαίου.
Έργα άλλων συγγραφέων, τα οποία πιθανόν περιέχουν σκέψεις της Υπατίας:
- Οι συγγραφές, οι επιστολές και οι ύμνοι του μαθητού της και φίλου Συνεσίου του εκ Κυρήνης- κυρίως:
Οι Αιγύπτιοι ή περί της προνοίας.
Δίων ο Χρυσόστομος.
Περί των ονείρων.
Ο εγκώμιος Ύμνος και το δεητικό άσμα στην τριαδική ενότητα.
Η «εσωτερική Θεολογία» του Πρόκλου.
Σε ποιο βαθμό, τώρα, οι σκέψεις της και οι φιλοσοφικές της αντιλήψεις επέδρασαν πάνω στα συγγράμματα του Κυρίλλου και άλλων συγχρόνων της διανοητών, τούτο είναι θέμα μιας περαιτέρω εμπεριστατωμένης και προσεκτικής έρευνας των πηγών, με μέθοδο αυστηρώς συγκριτική, δηλαδή με λεπτομερή και ακριβή αντιπαραβολή, εξέταση και ερμηνεία των κειμένων.
Η διδασκαλία της
Να αναπαραστήσει κάποιος με ακρίβεια τις αντιλήψεις τις κοσμοθεωρητικές της Υπατίας δεν είναι εύκολο έργο, διότι λείπει από μας η δυνατότητα να παρακολουθήσουμε την εξελικτική πορεία των φιλοσοφικών της ιδεών. Έτσι η ερώτηση: τι μπορούμε με βεβαιότητα να γνωρίζουμε σχετικά με τη φιλοσοφία της Υπατίας, παραμένει μετέωρη περίπου.
Η μέθοδος, που οι ερμηνευτές ακολουθούν, είναι η μελέτη της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας γενικότερα και ειδικότερα των διδασκάλων της Υπατίας πρώτον και δεύτερον η σχολαστική έρευνα των συγγραμμάτων ή των απόψεων των μαθητών της. Ιδιαίτερα ο Συνέσιος ο εκ Κυρήνης, ο οποίος έγινε το 411 μ.Χ. επίσκοπος Πτολεμαίδος, φαίνεται να ευρίσκεται σε πνευματική σχέση με την Υπατία ανάλογη περίπου μεταξύ του Σωκράτους και του Πλάτωνος. Αυτό φαίνεται από τις επιστολές του Συνεσίου, από τις οποίες έξι απευθύνει στην Υπατία. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μία επιστολή του προς την Υπατία την παρακαλεί να κατασκευάσει προς χάρη του «υδροσκόπιο» και να του το αποστείλει. Προκαλεί εξ�άλλου βαθιά εντύπωση ο προσκυνηματικός τόνος των επιστολών του Συνεσίου και η προσφώνηση της Υπατίας ως «δεσποίνης σεβασμίας».
Ιδιαίτερα, ωστόσο, αποκαλυπτική είναι η 136 επιστολή του Συνεσίου προς τον αδελφό του, στην οποία υπογραμμίζει τους γλυκούς καρπούς από τη φιλοσοφική διδασκαλία της Υπατίας και την ακμή στην οποία αναβίβασε την σχολή της Αλεξανδρείας, που διηύθυνε η φιλόσοφος. Ο Συνέσιος προχωρεί στην εν λόγω επιστολή του σε μια σύγκριση ανάμεσα στον πνευματικό πλούτο της αλεξανδρινής σχολής και στην πενία της φιλοσοφικής διδασκαλίας της αθηναϊκής σχολής. Ο Συνέσιος αναφέρει επί λέξει τα εξής : «νυν μεν ουν εν τοις καθ�ημάς χρόνοις Αίγυπτος τρέφει τας Υπατίας δεξαμένης γονάς, αι δε Αθήναι πάλαι μεν ην η πόλις εστία σοφών, το δε νυν έχον σεμνύουσιν αυτάς οι μελισσουργοί: τώρα μεν στους ιδικούς μας χρόνους, η Αίγυπτος δέχεται και τρέφει τα σπέρματα της διδασκαλίας της Υπατίας, αλλά η Αθήνα στην παλαιά εποχή ήταν η πόλη η εστία των σοφών, αλλά στο παρόν την δοξάζουν μόνο οι συλλέγοντες το μέλι».
Ο αυτός Συνέσιος στην 105 επιστολή του προς τον αδελφό του Ευόπτιο υπογραμμίζει τρία βασικά σημεία, στα οποία αντικατοπτρίζεται με σαφήνεια και καθαρότητα η βασική φιλοσοφική γραμμή της Υπατίας:
Πρώτον, η ανάσταση της ψυχής προ του σώματος και άνευ σώματος.
Δεύτερον, διαρκής αναδημιουργία του κόσμου.
Τρίτον, άρνηση της εγέρσεως της σαρκός, υπό τη χοϊκή-επίγεια μορφή της.
Όλοι οι νεοπλατωνικοί είναι της γνώμης ότι μόνο το πνεύμα είναι αθάνατο. Πολλοί και σημαντικοί ερευνητές πιστεύουν ότι ο μέγας χριστιανός θεολόγος Ωριγένης επηρέασε όλους τους διανοητές προς αυτή την κατεύθυνση.
Αναλυτικότερα, οι θεμελιώδεις γνωσιολογικές, οντολογικές �μεταφυσικές και αξιολογικές ιδέες της Υπατίας είναι οι κάτωθι και κινούνται επάνω στις βασικές γραμμές της φιλοσοφίας του Πλωτίνου:
α) Η γνωσιολογία της Υπατίας είναι επηρεασμένη από όλη την προηγούμενη φιλοσοφική θεματική, συγχρόνως και από τις χριστιανικές αντιλήψεις. Ο ανθρώπινος λόγος είναι εικόνα του θείου λόγου (αποτελεί τρόπον τινά προσωπικό αντίγραφο του πατέρα θεού, αν και είναι κατά πολύ υποδεέστερος από τον ίδιο το θεό (οι γνώσεις μας πηγάζουν από τη λογική, με αυτή συλλαμβάνουμε και ερμηνεύουμε τον κόσμο και με αυτήν οικοδομούμε τις επιστήμες. Βέβαια, η φιλόσοφος Υπατία αποκρούει την παντοδυναμία της ανθρώπινης λογικής και της ανθρώπινης γνώσεως και θεωρεί ότι όλα τελούν κάτω από ένα �χέδιο�της προνοίας του Δημιουργού. Χωρίς, ωστόσο, την παρουσία του λόγου θα ήταν αδύνατη η γνώση του κόσμου και ο προσανατολισμός μέσα σ�αυτόν. Θεωρεί ύβρη και αμαρτία την πεποίθηση ότι οι γνωστικές μας δυνατότητες είναι απεριόριστες και ασύνορη η γνώση.
Ασφαλώς, η Υπατία πιστεύει ότι ο έσω άνθρωπος έχει προτεραιότητα και ότι η ψυχή με τη λογική της και ευρύτερα με τη συνείδησή της μορφώνει, σχηματοποιεί, σμιλεύει τον κόσμο.
Ο λόγος έχει και τις υπηρετικές του δυνάμεις. Όλα τελούν υπό τη σκέπη του. Ακόμη και όταν φαίνεται ότι κατά το θυμοειδές ή κατά το επιθυμητικό ενεργούμε, δεν απουσιάζει και τότε η κατευθύνουσα δύναμη του λόγου. Η έκπτωση, εν τούτοις, του ανθρώπου οφείλεται και στην υπερβολική πίστη στο λόγο, η οποία τον οδηγεί σε κατάχρηση της ελευθερίας του και της ελευθερίας της βουλήσεώς του.
β) Οντολογικές-μεταφυσικές. Ο κόσμος είναι, βέβαια, δημιούργημα του θεού και γι�αυτό ο υλικός κόσμος είναι καλός. Αλλά η διεστραμμένη βούληση πολλές φορές του ανθρώπου τον οδηγεί σε υπερεκτίμηση του υλικού στοιχείου και τον αλυσοδένει στη σάρκα και στις διάφορες ηδονές του. Τα όντα και ο κόσμος έχουν κάτι από την ουσία του θείου, αφού ο θεός είναι αιώνιος και ο δημιουργός του κόσμου. Τα όντα σύγκεινται και διαποτίζονται από αυτή την θεία ουσία ή κατά τον τρόπο του Πλάτωνος, τον οποίο σημειωτέον ακολουθεί πολλές φορές πιστότερα από τον Πλωτίνο η Υπατία: ο κόσμος των ιδεών είναι ο αληθινός κόσμος (το υλικό στοιχείο είναι απείκασμα του νοητού( η απομάκρυνση από το τελευταίο (το νοητό) φέρει προς την ύλη. Πρόκειται για μία πορεία από το φως προς το σκότος. Έτσι η ύλη στη φιλοσοφία της Υπατίας έχει περισσότερο ηθική έννοια και ολιγότερο οντολογική σημασία.
Το ερώτημα πώς εξελίσσεται ο κόσμος, μηχανοκρατικά ή τελολογικά δεν την απασχολεί βαθύτερα, διότι πιστεύει ότι ο θεός ως τέλειο και υπέρτατο ον κυβερνά, συντηρεί και προνοεί για τον κόσμο. Υπάρχει ένα ειλημμένο σχέδιο μέσα στο νου του Θεού. Πέρα από τις απαιτήσεις, που, όπως αναφέραμε, δίνει η Υπατία στο οντολογικό και κοσμολογικό ερώτημα του μεταφυσικού προβλήματος, ασχολείται και με το ψυχολογικό-ανθρωπολογικό ερώτημα, αφού δεν υπάρχει κανείς χώρος για το θεολογικό ερώτημα (πιστεύει στην ύπαρξη του θεού και ο λόγος της είναι ένθεος). Ο άνθρωπος αποτελείται από δύο στοιχεία: την ψυχή και το σώμα, αυστηρώς ιεραρχημένα κατά τον τρόπο της αντιστοιχίας πνεύματος- ύλης. Το πνεύμα φέρεται επί της ύλης και την κατευθύνει, η ψυχή κυβερνά το σώμα και την ψυχή πρέπει να κυβερνά ο λόγος. Το πολυτιμότερο μέσα στη ζωή και στην πράξη του ανθρώπου είναι η πίστη και όχι η γνώση. Η Υπατία δεν περιφρονεί τη γνώση, αφού άλλωστε η πίστη και η γνώση είναι αποκάλυψη του θείου λόγου και επειδή κατάγονται και οι δύο από το θεό καμία αντίθεση δεν υφίσταται μεταξύ τους.
γ) Αξιολογία. Η Υπατία θεωρεί τις θρησκευτικές αξίες ως το θεμέλιο όλων των άλλων αξιών και σ�αυτές υποτάσσει τις αισθητικές και ηθικές αρχές και αξίες. Το πρώτο κριτήριο της αλήθειας του ανθρώπου και του κόσμου είναι η πίστη στην Αποκάλυψη (το δεύτερο κριτήριο είναι η αυθεντία της εκκλησίας και το τρίτο η επίγνωση του ανθρώπου ότι οι εσωτερικές του εμπειρίες οδηγούν σε όσο το δυνατό βέβαιες απόψεις και αντιλήψεις.
Επηρεασμένη από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα η Υπατία ισχυρίζεται ότι μία ανθρώπινη πράξη είναι ορθή, μόνο όταν στηρίζεται στην αυθεντική και γνήσια γνώση. Η αμαρτία, η αστοχία και το ολίσθημα είναι το αποτέλεσμα ελλειπτικής γνώσεως, κακής εκτιμήσεως ή συγκινησιακής επήρειας.
Το κάλλος για την Υπατία ήταν ένας κανόνας ζωής, η άγνοια είναι η ασχήμια, η ωραιότητα είναι κάτι παραπάνω από την απλή συμμετρία, έχει μία βαθιά εσωτερική σχέση προς την ιδεατή πραγματικότητα, όπως την ανέπτυξε ο Πλάτων. Πρόκειται για μια υψηλότερη, ανώτερη απεικόνιση των ιδεών του Πλάτωνος από όσο είναι οι παραστάσεις των αισθητηριακών αντιλήψεων. Το φυσικό κάλλος υπερβαίνεται από το ψυχικό και το ψυχικό από το πνευματικό κάλλος. Η ύψιστη ομορφιά, επομένως, ταυτίζεται με την ύψιστη πραγματικότητα.
Η Υπατία διακρίνει και εκείνη κατά τον τρόπο του Πλωτίνου τις αρετές. Την πρώτη βαθμίδα κατέχουν οι πολιτικές αρετές: οι αρετές δηλαδή της πρακτικής σοφίας, θάρρος, μετριοφροσύνη, δικαιοσύνη. Τη δεύτερη βαθμίδα την συνιστούν οι λεγόμενες καθαρτικές της σάρκας αρετές, ενώ την τρίτη και ύψιστη βαθμίδα την συγκροτούν οι ανώτερες αρετές, εκείνες δηλαδή που μας ανάγουν προς το θείο και μας βοηθούν να φύγουμε από την ύλη και εν συνεχεία να καταφύγουμε στο θεό, από τον οποίο ο ίδιος ο άνθρωπος απέκοψε τον εαυτό του και απώλεσε την ευδαιμονία του.
Οι ανώτερες αρετές: πίστη, αγάπη, ελπίδα αντιπροσωπεύουν και συγχρόνως εμπραγματώνουν τους ύψιστους και έσχατους σκοπούς της ανθρώπινης ζωής( η άμεση επαφή με το αγαθό διασφαλίζει την εσωτερική ευτυχία και δίνει νόημα ουσιαστικό στη ζωή.
Οι γνωσιολογικές, οντολογικές-μεταφυσικές και αξιολογικές απόψεις της Υπατίας δεν έλαβαν πολλές φορές ακριβώς υπ�όψη τα δόγματα της χριστιανικής θρησκείας. Το φιλοσοφικό της ενδιαφέρον γύρω από τα διαιώνια προβλήματα: της ύλης, της ιδέας, της ζωής, της ουσίας της υπάρξεως και του όντος υπερέβαιναν τους στενούς ορίζοντες ενός αδυσώπητου κάποτε θεολογικού προβληματισμού, ενώ ο μεγάλος θαυμασμός της Υπατίας προς το παραδεδομένο φιλοσοφικό αγαθό, η λατρεία της προς την προηγούμενη φιλοσοφική παράδοση και γενικότερα προς την ελληνική γραμματεία, έδωσαν λαβή σε επικίνδυνες παρερμηνείες. Έτσι, φανατικοί, άκριτοι και ρηχοί ως προς την σκέψη τής απέδωσαν το στοιχείο του παγανισμού, μομφή η οποία την οδήγησε στη μαρτυρική της θανάτωση.
Η Υπατία υπήρξε η πρώτη διαπρεπής φιλόσοφος και μαθηματικός, η οποία παρέσυρε αρχαίους φραγμούς αναφορικά με τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία και τη συνδρομή της στις επιστήμες και μάλιστα στη φιλοσοφία.
Εμείς, όμως, στο πρόσωπο της Υπατίας θέλουμε να βλέπουμε μίαν αυθεντική φιλόσοφο, έναν ακόμη πατέρα της εκκλησίας και οπωσδήποτε μία μάρτυρα της γνώσης.
Επίλογος
Το γεγονός ότι το όνομά της δεν έχει λησμονηθεί ολότελα, οφείλεται σε κάποιους συγγραφείς αλλά και στον Άγγλο ιστορικό Gibbon του 18ου αιώνα.
Στη Γαλλία ένα άρθρο στην «Εγκυκλοπαίδεια» της οποίας συνεκδότης υπήρξε ο Βολταίρος, εξύμνησε την Υπατία ως πρόδρομο του Διαφωτισμού.
Ο Φρειδερίκος Σίλλερ σχεδίασε ένα θεατρικό έργο πάνω στις συνθήκες της δολοφονίας της και στην Αγγλία εκδόθηκε στα μέσα του περασμένου αιώνα το πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα «Υπατία» του Charles Kingsley, με το οποίο η αρχαία φιλόσοφος έγινε για πρώτη φορά ευρύτερα γνωστή. Από τότε όμως δεν εκδόθηκε κανένα νέο μεγαλύτερο έργο γι΄ αυτήν και λείπει ακόμη μία καινούργια συνοπτική επεξεργασία του ιστορικού υλικού για το πρόσωπο και το περιβάλλον της.
Παρά το μίσος των χριστιανών κατά της Υπατίας, στην ιστορία του πολιτισμού καταγράφτηκε ως η πρώτη γυναίκα που δίδαξε δημόσια και μάλιστα στο επιστημονικό πεδίο της υψηλής θετικής διανόησης, συμβολίζοντας την ελευθερία της σκέψης και του λόγου, στοιχεία που ερχόντουσαν αντίθετα με τις διδαχές του χριστιανισμού και ιδιαίτερα εκείνης της πρωτοχριστιανικής κοινωνίας που έβλεπε την τυφλή υποταγή και την βία ως μοναδική διέξοδο προς το Θείο. Η ιστορία της Υπατίας πρέπει να διδάξει όλους μας, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας και εθνικότητας. Πριν ξεστομίσουμε την κλασσική ρήση του νεοέλληνα «έτσι τα βρήκα, έτσι θα πάω», σκεφτείτε! Θυμηθείτε τους διωγμούς των προγόνων μας και δείτε τον χριστιανισμό απλά ως μία ακόμη θρησκεία αυτού του πλανήτη. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Αυτά, για όσους νομίζουν πως «τζιχάντ» (=ιερός πόλεμος) συμβαίνει μόνο στον καιρό μας από ακραίους ισλαμιστές!

«Αποδύσαντές τε την εσθήτα οστράκοις ανείλον και μεληδόν διασπάσαντες επί τον Κυναριώνα τα μέλη συνάραντες πυρί κατηνάλωσαν». Δηλαδή την έγδυσαν και με κοφτερά κεραμίδια την έγδαραν και την έκοψαν κομμάτια τα οποία περιέφεραν στην πόλη και αφού έφτασαν στον Κυναριώνα άναψαν φωτιά και τα έκαψαν.
AGORA MOVIE FOR HYPATIA
http://www.youtube.com/watch?v=u50zEun07b4&feature=related

Η Αλεξάνδρεια, χτισμένη στην μεσογειακή παραλία της Αιγύπτου, κοντά στις εκβολές του Νείλου, ήταν άπο τις μεγαλύτερες πόλεις του αρχαίου κόσμου.
Ιδρύθηκε άπο τον Μέγα Αλέξανδρο την άνοιξη του 331 π.Χ.

και για χίλια περίπου ετη, ώς το έτος 641 μ.Χ που κατακτήθηκε άπο τους Άραβες, υπήρξε η αδιαμφισβήτητη
βασίλισσα της Μεσογείου,
ή οποία ώς άειφεγγής φάρος σκόρπισε σε όλο τον κόσμο την υλική και την πνευματική της λάμψη. Για τον λό γο αυτόν δικαίως οί συγγραφείς την ώνόμαζαν

«Πρώτην», «Κορυφήν τών πόλεων», και «Ένδοξοτάτην».


The Library of Alexandria
http://www.youtube.com/watch?v=lf0pvT8i-EQ

Η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας
Εκεί που οι τρεις «αρχαίες» ήπειροι ενώνονται, εκεί που συναντιούνται τα πνεύματα τριών αρχαίων πολιτισμών, μετά από τέσσερεις χιλιάδες χρόνια φαραωνικού πολιτισμού, μια ελληνική δυναστεία, η Πτολεμαϊκή, αποφάσισε και δημιούργησε τον «νέο ομφαλό της γης», τον ομφαλό της γνώσης. Εκεί χτίστηκε η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη της αρχαιότητας, τον 3το πχ. αιώνα, μετατρέποντας την Αλεξάνδρεια σε μητρόπολη και πρωτεύουσα του εμπορικού και πνευματικού του κόσμου. Εκεί δημιουργήθηκε και το πρώτο και φημισμένο πανεπιστήμιο στο οποίο σπούδασαν οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι και επιστήμονες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Ονόματα όπως ο Ευκλείδης, ο Ερατοσθένης και ο Αρχιμήδης ξεκίνησαν από την Αλεξάνδρεια για να εξαπλώσουν το μεγαλείο της γνώσης στον κόσμο.

Η πρωτοβουλία για την ίδρυση μιας οικουμενικής βιβλιοθήκης οφείλεται στον Μέγα Αλέξανδρο, αλλά πρωτίστως στον Αριστοτέλη ο οποίος του ενέπνευσε την ιδέα της συλλογής όλης της γραπτής και προφορικής παράδοσης σε μια οικουμενική βιβλιοθήκη. Το όραμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου ξεκίνησε να πραγματοποιείται από τον Πτολεμαίο τον Α, στην Αλεξάνδρεια, όπου και ιδρύθηκε το μουσείο και η αλεξανδρινή βιβλιοθήκη. Έτσι άρχισε η συγκέντρωση του επιστημονικού και πολιτιστικού πλούτου, ο οποίος ήταν διασκορπισμένος σε πολλές μικρές συλλογές και βιβλιοθήκες. Η έναρξη της δημιουργίας της οικουμενικής βιβλιοθήκης έγινε όταν ο Δημήτριος ο Φαληρέας, μαθητής του Αριστοτέλη και σύμβουλος του Πτολεμαίου του Α, εισηγήθηκε στον φαραώ την ίδρυση ενός μεγάλου ερευνητικού κέντρου με μια παγκόσμια βιβλιοθήκη, όπως ακριβώς την ονειρεύτηκε ο μεγάλος στρατηλάτης. Με τον τρόπο αυτό, ουσιαστικά εκπληρωνόταν το όνειρο και η φιλοσοφία του ίδιου του Αριστοτέλη.

Σύντομα έγινε φανερό ότι η πρόθεση των Πτολεμαίων δεν ήταν απλώς η καταγραφή και διατήρηση όλης της επιστημονικής και καλλιτεχνικής γνώσεως αλλά και η μεταβολή της ελληνικής γλώσσας σε παγκόσμια, καθώς οι σχέσεις και το εμπόριο των Ελλήνων με τους αυτόχθονες λαούς προϋπέθετε την γλωσσική επικοινωνία. Για το σκοπό αυτό αποφασίσθηκε και η ίδρυση μεγάλων πολιτιστικών κέντρων γύρω από την βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας και η μετάφραση των μεγάλων ιστορικών έργων των λαών της ανατολής στην ελληνική γλώσσα. Έτσι, η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας περιείχε τρεις μεγάλες ενότητες βιβλίων: (i) ελληνική κλασική σκέψη και φιλοσοφικά έργα γύρω από αυτή, (ii) επιστολές, σημειωματάρια και ημερολόγια και (iii) ξένη λογοτεχνία σε πρωτότυπο κείμενο και μετάφραση στα ελληνικά.

Κατά τον Αριστέα, την εποχή του Πτολεμαίου του Β�(283-247πΧ.) η Βιβλιοθήκη περιείχε 200.000 κυλίνδρους. Στα «Προλεγόμενα εις τον Αριστοφάνην» αναφέρεται ότι η Ανακτορική Βιβλιοθήκη περιείχε 400.000 συμμιγείς και 90.000 αμιγείς κυλίνδρους, ενώ ο Αμμιανός υποστήριζε ότι ο πλούτος της βιβλιοθήκης ανερχόταν σε 700.000 κυλίνδρους. Το μόνο σίγουρο είναι ότι την εποχή εκείνη, η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας συγκέντρωνε εκατοντάδες χιλιάδες κυλίνδρους γνώσεως και μάλιστα, αξιολογώντας διάφορες πηγές, ίσως οι 700.000 κύλινδροι να αποτελούν υποεκτίμηση του πραγματικού επιστημονικού έργου της Βιβλιοθήκης!

Οι φαραώ επιστράτευσαν κάθε δυνατό μέσο για να αποκτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα βιβλία για την βιβλιοθήκη τους. Έτσι δανείζονταν έργα από τους ηγεμόνες και τις βιβλιοθήκες ανά τον τότε γνωστό κόσμο, τα αντέγραφαν και τα προσέθεταν στην συλλογή τους, επιστρέφοντας πολλές φορές το αντίγραφο και κρατώντας το πρωτότυπο! Έτσι, περί το 235 πΧ. κατέστη αναγκαίο να χτισθεί μια νέα θυγατρική βιβλιοθήκη για να στεγάσει τα συλλεγόμενα έγγραφα.

Η βιβλιοθήκη αυτή αποτέλεσε τον φάρο των γνώσεων της αρχαίας ανθρωπότητας και επί 6 αιώνες συνετέλεσε στην άνθιση των επιστημών. Οι περισσότεροι Έλληνες μαθηματικοί και φιλόσοφοι πέρασαν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους και συνέγραψαν μεγάλο μέρος του έργου τους στην Αλεξάνδρεια. Οι θεωρίες και διδασκαλίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, συνδιαζόμενες με το κριτικό αλεξανδρινό πνεύμα και την εμπειρική έρευνα ώθησαν τον Ευκλείδη, τον Αρχιμήδη, τον Ήρωνα, τον Ερατοσθένη, τον Στράβωνα καθώς και πολλούς άλλους Έλληνες επιστήμονες στην ανάπτυξη του επιστημονικού τους έργου. Οι θεωρίες της Ευκλείδειας γεωμετρίας, η θεωρία της άνωσης και του κοχλία, οι θεωρίες της Στερεομετρίας καθώς και η άποψη του ηλιοκεντρικού συστήματος θεμελιώθηκαν εκεί, στην ελληνική πλέον Αλεξάνδρεια του 2ρου αιώνα πΧ. Ακόμα και η διάμετρος της γης υπολογίσθηκε με ακρίβεια 1500 χρόνια νωρίτερα από τον Κοπέρνικο και τον Γαλιλαίο.

Η Βιβλιοθήκη αυτή αποτέλεσε την μόνη οικουμενική βιβλιοθήκη που επιχειρήθηκε να συγκροτηθεί, μέχρι και σήμερα. Η αλματώδης ανάπτυξη των επιστημών εκείνης της περιόδου οφείλεται στην συνεργασία και την συγκέντρωση των επιστημόνων και των γνώσεων σε έναν οργανισμό αμιγώς επιστημονικό, ο οποίος περιείχε όλες της γνώσεις της ανθρωπότητας. Δύο χιλιετίες πριν, ο Αριστοτέλης είχε θεμελιώσει την ανάγκη για σφαιρική συσσώρευση γνώσης και μυαλών σε ένα σημείο, το οποίο θα αποτελούσε μοχλό ανάπτυξης της επιστήμης.

Απαρχή της καταστροφής αποτέλεσε η μεγάλη πυρκαγιά, που προκλήθηκε από την ναυμαχία του Ρωμαϊκού στόλου του Ιουλίου Καίσαρα, με τον Αιγυπτιακό, το 48 π.Χ. Στην ναυμαχία αυτή αναδείχθηκε νικητής ο Ρωμαϊκός στόλος, αλλά ηττημένος αναδείχθηκε όλος ο πολιτισμένος κόσμος με την εξαφάνιση της βιβλιοθήκης και της συσσωρεμένης γνώσης του τότε γνωστού κόσμου. Τα απομεινάρια της άλλοτε περήφανης βιβλιοθήκης αποτέλεσαν και πάλι στόχο παγκόσμιων ηγεμόνων όπως ο Αυρηλιανός, ο Θεοδόσιος ο Α και ο Ομάρ ο Α. Η περίοδος άνθισης της γνώσης είχε τελειώσει και η περίοδος χειραγώγησης των λαών είχε ξεκινήσει. Η βιβλιοθήκη δεν αποτελούσε πια εργαλείο επίτευξης του στόχου των ηγεμόνων. Έτσι οδηγήθηκε στην σταδιακή εγκατάλειψη και σύλησή της. Τα θεμέλιά της ακόμα δεν έχουν βρεθεί.

Ακολούθησε ο σκοταδισμός. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι χρειάστηκαν 1500 χρόνια για να ξαναγίνουν αντικείμενο μελέτης θέματα που άπτονταν του σύμπαντος. Χρειάστηκαν 1500 χρόνια για να ξαναρχίσει δειλά δειλά η ανάπτυξη της ανθρωπότητας. Ένα είναι βέβαιο. Η δύση του τελευταίου ελληνικού πολιτισμού των Πτολεμαίων έφερε και την δύση της ανάπτυξης των επιστημών.
Ας διδαχτούμε ορισμένα πράγματα από την ιστορία λοιπόν.

Ίσως τελικά η φράση «πας μη Έλλην βάρβαρος» είχε κάποιους λόγους ύπαρξης

 

HYPATIA OF ALEXANDRIA

Brian Trent is the author of the award-winning novel REMEMBERING HYPATIA, which has just recently been nominated for Book of the Year by ForeWord Magazine. This true story of a brilliant woman eras...

 

THE RADIO TALK SHOW FOR HYPATIA
WITH THE AUTHOR BRIAN TRENT
http://www.youtube.com/watch?v=kF1oJ1RuIf0

LAKE HYPATIA IN ALABAMA

Lake Hypatia is an area outside of Birmingham, Alabama,

Lake Hypatia is named after the last scientist who worked in the Library at Alexandria. Hypatia, born in 370 CE, was a mathematician, astronomer, physicist, and the head of the Neoplatonic school of philosophy. Considered an enemy of Christianity by Cyril, the Archbishop of Alexandria, because of her education (education in the early Church was often equated with paganism), she was attacked and killed by a mob of his followers in 415 CE who flayed the flesh from her bones with abalone shells.

( AGORA ) HOLLYWOOD MOVIE

http://www.youtube.com/watch?v=u50zEun07b4&feature=related

It looks like some pseudo historical myths about the history of science are about to get a new shot in the arm, thanks to the new movie Agora by Chilean director Alejandro Amenabar. Now normally I'd be delighted that someone was making a film set in the Fifth Century (at least, one that wasn't another fantasy about "King Arthur" anyway). After all, it's not like there's a shortage of remarkable stories to tell from that turbulent and interesting time. And normally I'd be even more delighted that they are actually bothering to make it look like the Fifth Century, rather than assuming because it's set in the Roman Empire everyone needs to be wearing togas, forward combed haircuts and lorica segmentata. And I would be especially delighted that they are not only doing both these things but also casting the delightful Rachel Weisz in the lead role, since she's an excellent actress and, let's face it, pretty cute.

So why am I not delighted? Because Amenabar has chosen to write and direct a film about the philosopher Hypatia and perpetuate some hoary Enlightenment myths by turning it into a morality tale about science vs fundamentalism.

It is clearly no fan of fundamentalism - even the 1500 year old variety (though modern manifestations tend to be the ones to watch out for). And as an amateur historian of science I'm more than happy with the idea of a film that gets across the idea that, yes, there was a tradition of scientific thinking before Newton and Galileo. But Amenabar has taken the (actually, fascinating) story of what was going on in Alexandria in Hypatia's time and turned it into a cartoon, distorting history in the process. From the press release timed to coincide with the film's screening at Cannes this week:

Played by Oscar-winning British actress Weisz, Hypatia is persecuted in the film for her science that challenges the Christians' faith, as much as for her status as an influential woman.
From bloody clashes to public stonings and massacres, the city descends into inter-religious strife, and the victorious Christians turn their back on the rich scientific legacy of antiquity, defended by Hypatia.

So we are being served up the idea that Hypatia was persecuted and, I'll assume, killed because "her science ... challenges the Christians' faith". And why have a movie with one historical myth in it when you can have two:

"Agora" opens with the destruction of the second library of Alexandria by the Christians and Jews -- after the first, famous library which was destroyed by Julius Caesar.

At least he's done his homework enough to realize that the decline of the Great Library was a long, slow deterioration and not a single catastrophic event. But he still clings to Gibbon's myth that a Christian mob was somehow responsible. And rather niftily invents a "second library of Alexandria" so he can do so. Of course, there's an inevitable moral to all this:

The director also said he saw the film worked as a parable on the crisis of Western civilization.

"Let's say the Roman Empire is the United States nowadays, and Alexandria is what Europe means now -- the old civilization, the old cultural background.

"And the empire is in crisis, which affects all the provinces. We are talking about social crisis, economic of course, this year, and cultural.

"Something is not quite fitting in our society. We know that something is going to change -- we don't know exactly what or how, but we know that something is coming to an end."

Exactly how far or how closely he expects we can extend this analogy is unclear. If Europe is Alexandria and the US is Rome, who is Hypatia? And who are the murderous fundamentalists? I suspect the answer could be "Muslims". The LA Times article on the Cannes screening seemed to think so:

The film is at its most compelling when Amenabar shows the once-stable civilization of Alexandria being overwhelmed by fanaticism, perhaps because the bearded, black-robe clad Christian zealots who sack the library and take over the city bear an uncanny resemblance to the ayatollahs and Taliban of today.
(At Cannes: Alejandro Amenabar's provocative new historical thriller)

However far you want to take Amenabar's parable, the outlines are clear - Hypatia was a rationalist and a scientist, she was killed by fundamentalists who were threatened by knowledge and science and this ushered in a Dark Age.

 

Hypatia the Myth

 

Not that there is anything very new or original about this - Hypatia has long been pressed into service as a martyr for science by those with agendas that have nothing to do with the accurate presentation of history. As Maria Dzielska has detailed in her study of Hypatia in history and myth,Hypatia of Alexandria,virtually every age since her death that has heard her story has appropriated it and forced it to serve some polemical purpose.

Ask who Hypatia was and you will probably be told "She was that beautiful young pagan philosopher who was torn to pieces by monks (or, more generally, by Christians) in Alexandria in 415". This pat answer would be based not on ancient sources, but on a mass of belletristic and historical literature .... Most of these works represent Hypatia as an innocent victim of the fanaticism of nascent Christianity, and her murder as marking the banishment of freedom of inquiry along with the Greek gods.
(Dzielska, p. 1)

If you had asked me at the age of 15 that's certainly what I would have told you, since I had heard of Hypatia largely thanks to astronomer Carl Sagan's TV series and book Cosmos. I still have a soft spot both for Sagan and Cosmos, since - as with a lot of young people of the time - it awakened my love not only of science, but a humanist tradition of science and a historical perspective on the subject that made it far more accessible to me than dry formulae. But popularizations of any subject can create erroneous impressions even when the writer is very sure of his material. And while Sagan was usually on very solid ground with his science, his history could be distinctly shaky. Especially when he had a barrow or two to push.

The final chapter of the book of Cosmos is the one where Sagan pushes a few barrows. Generally, his aims are admirable - he notes the fragility of life and of civilization, makes some calm and quietly sober condemnations of nuclear proliferation - highly relevant and sensible in the depths of Cold War 1980 - and makes a rational and humanistic plea for the maintenance of a long term view on the Earth, the environment and our intellectual heritage. In the process he tells the story of Hypatia as a cautionary parable; a tale that illustrates how fragile civilization is and how easily it can fall to the powers of ignorance and irrationality.

After describing the glories of the Great Library of Alexandria, he introduces Hypatia as its "last scientist". He then notes that the Roman Empire was in crisis in her time and that "slavery had sapped ancient civilization of its vitality"; which is an odd comment since the ancient world had always been based on slavery, making it hard to see why this institution would suddenly begin to "sap" it of "vitality" in the Fifth Century. He then he gets to the crux of his story:

Cyril, the Archbishop of Alexandria, despised her because of her close friendship with the Roman governor, and because she was a symbol of learning and science, which were largely identified by the early Church with paganism. In great personal danger she continued to teach and publish, until, in the year 415, on her way to work she was set upon by a fanatical mob of Cyril's parishioners. They dragged her from her chariot, tore off her clothes, and, armed with abalone shells, flayed her flesh from her bones. Her remains were burned, her works obliterated, her name forgotten. Cyril was made a saint.
(Sagan, p. 366)

I gather I was not the only impressionable reader who found this parable made a great impression. One reader of Dzielska's study, which debunks the version Sagan propagates, wrote a breathless review on Amazon.com that declared:

Hypatia was first brought to my attention by Carl Sagan in his television series Cosmos. She has often been represented as a pillar of wisdom in an age of growing dogma. Unlike with Socrates we know much less about her life and teachings. She is remembered precisely as a martyr who was sacrificed rather than executed by a literalist Christian mob inspired by "St" Cyril, apparently as she was regarded as a threat to Christendom and theology by certain regio-political figures.

That actually makes you wonder if they had read Dzielska's book at all.

While Sagan is the best known propagator of the idea that Hypatia was a martyr for science, he was simply following a venerable polemical tradition that has its origin in Gibbon's Decline and Fall of the Roman Empire:

A rumor was spread among the Christians, that the daughter of Theon was the only obstacle to the reconciliation of the prefect and the archbishop; and that obstacle was speedily removed. On a fatal day, in the holy season of Lent, Hypatia was torn from her chariot, stripped naked, dragged to the church, and inhumanly butchered by the hands of Peter the Reader and a troop of savage and merciless fanatics: her flesh was scraped from her bones with sharp oyster-shells and her quivering limbs were delivered to the flames.

Like Gibbon, Sagan links the story of the murder of Hypatia with the idea that the Great Library of Alexandria was torched by another Christian mob. In fact, Sagan presents the two events as though they were subsequent, stating "[the Library's] last remnants were destroyed soon after Hypatia's death" (p. 366) and that "when the mob came .... to burn the Library down there was nobody to stop them." (p. 365)

In the hands of Sagan and others both the story of Hypatia's murder and the Library's destruction are a cautionary tale of what can happen if we let down our guards and allow mobs of fanatics to destroy the champions and repositories of reason.

The Great Library of Alexandria

http://www.youtube.com/watch?v=lf0pvT8i-EQ

This is certainly a powerful parable. Unfortunately, it doesn't correspond very closely with actual history. To begin with, the actual Great Library of Alexandria no longer existed in Hypatia's time. Precisely when and how it had been destroyed is unclear, though a fire in Alexandria caused by Julius Caesar's troops in 48 BC is the most likely main culprit. More likely this and/or other fires were part of a long process of decline and degradation of the collection. Given that we know so little about it, the Great Library has long been a focus of some highly imaginative fantasies. The idea that it contained 500,000 books is often repeated uncritically by many modern writers, even though comparison with the size other ancient libraries and estimates of the size of the building needed to house such a collection makes this highly unlikely. It is rather more likely that it was less than a tenth of this number, though that would still make it the largest library in the ancient world by a wide margin.

The idea that the Great Library was still in existence in Hypatia's time and that it was, like her, destroyed by a Christian mob has been popularized by Gibbon, who never let history get in the way of a good swipe at Christianity. But what Gibbon was talking about was the temple known as the Serapeum, which was not the Great Library at all. It seems the Serapeum had contained a library at some point and was possibly a "daughter library" of the former Great Library. But the problem with Gibbon's version is that no account of the destruction of the Serapeum by the Bishop Theophilus in AD 391 makes any mention of a library or any books, only the destruction of pagan idols and cult objects:

At the solicitation of Theophilus, Bishop of Alexandria, the Emperor issued an order at this time for the demolition of the heathen temples in that city; commanding also that it should be put in execution under the direction of Theophilus. Seizing this opportunity, Theophilus exerted himself to the utmost to expose the pagan mysteries to contempt. And to begin with, he caused the Mithreum to be cleaned out, and exhibited to public view the tokens of its bloody mysteries. Then he destroyed the Serapeum, and the bloody rites of the Mithreum he publicly caricatured; the Serapeum also he showed full of extravagant superstitions, and he had the phalli of Priapus carried through the midst of the forum. Thus this disturbance having been terminated, the governor of Alexandria, and the commander-in-chief of the troops in Egypt, assisted Theophilus in demolishing the heathen temples.
(Socrates Scholasticus, Historia Ecclesiastica, Bk V)

Even hostile, anti-Christian accounts of this event, like that of Eunapius of Sardis (who witnessed the demolition), do not mention any library or books being destroyed. And Ammianus Marcellinus, who visited Alexandria before 391, describes the Serapeum and mentions that it had once housed a library, indicating that by the time of its destruction it no longer did so.

Still, the myth of a Christian mob destroying the "Great Library of Alexandria" is too juicy for some to resist, so this myth is still a mainstay for arguments that "Christianity caused the Dark Ages" despite the fact it is without foundation. And it seems Amenabar couldn't resist it either - thus a scene early in the movie features an anxious Hypatia scrambling to rescue precious scrolls before a screaming mob bearing crosses bursts through a barred door to destroy what he's dubbed "the second library of Alexandria" (presumably he means the Serapeum). This seems to be at the beginning of the movie, apparently setting the stage for the conflicts between science and religion that will end in Hypatia's murder. Sagan, on the other hand, put the destruction of the Library after her murder. In fact, it seems no such destruction happened either in her lifetime or after it and the idea it did is simply part of the parable.

The Hypatia of History

The real Hypatia was the daughter of Theon, who was famous for his edition of Euclid's Elements and his commentaries on Ptolemy, Euclid and Aratus. Her birth year is often given as AD 370, but Maria Dzielska argues this is 15-20 years too late and suggests AD 350 to be more accurate. That would make her 65 when she was killed and therefore someone who should perhaps be played by Helen Mirren rather than Rachel Weisz. But that would make the movie much harder to sell at the box office.

She grew up to become a renowned scholar in her own right. She seems to have assisted her father in his edition of Euclid and an edition of Ptolemy's Almagest, as well writing commentaries on the Arithmetica of Diophantus and the Conics of Apollonius. Like most natural philosophers of her time, she embraced the neo-Platonic ideas of Plotinus and so her teaching and ideas appealed to a broad range of people - pagans, Christians and Jews. There is some suggestion that Amenabar's film depicts her as an atheist, or at least as wholly irreligious, which is highly unlikely. Neo-Platonism embraced the idea of a perfect, ultimate source called "the One" or "the Good", which was, by Hypatia's time, fully identified with a monotheistic God in most respects.

She was admired by many and at least one of her most ardent students was the Bishop Synesius, who addressed several letters to her, calling her "mother, sister, teacher, and withal benefactress, and whatsoever is honoured in name and deed", saying she is "my most revered teacher" and describing her as she "who legitimately presides over the mysteries of philosophy" (R. H. Charles, The Letters of Synesius of Cyrene). The Christian chronicler quoted above, Socrates Scholasticus, also wrote of her admiringly:

There was a woman at Alexandria named Hypatia, daughter of the philosopher Theon, who made such attainments in literature and science, as to far surpass all the philosophers of her own time. Having succeeded to the school of Plato and Plotinus, she explained the principles of philosophy to her auditors, many of whom came from a distance to receive her instructions. On account of the self-possession and ease of manner, which she had acquired in consequence of the cultivation of her mind, she not infrequently appeared in public in presence of the magistrates. Neither did she feel abashed in coming to an assembly of men. For all men on account of her extraordinary dignity and virtue admired her the more.
(Socrates Scholasticus, Ecclesiastical History, VII.15)

So if she was admired so widely and admired and respected by learned Christians, how did she come to die at the hands of a Christian mob? And, more importantly, did it have anything to do with her learning or love of science?

The answer lies in the politics of early Fifth Century Alexandria and the way that the power of Christian bishops was beginning to encroach on that of civil authorities in this period. The Patriarch of Alexandria, Cyril, had been a prot?g? of his uncle Theophilus and succeeded him to the bishopric in AD 412. Theophilus had already made the position of Bishop of Alexandria a powerful one and Cyril continued his policy of expanding the influence of the office, increasingly encroaching on the powers and privilages of the Prefect of the City. The Prefect at the time was another Christian, Orestes, who had taken up his post not long before Cyril became bishop.

Orestes and Cyril soon came into conflict over Cyril's hard-line actions against smaller Christian factions like the Novatians and his violence against Alexandria's large Jewish community. After a pogrom against Jewish synagogues led by Cyril, Orestes complained to the Emperor but was over-ruled. Tensions between the supporters of the Bishop and those of the Prefect then began to run high in a city that was known for mob rule and vicious street violence.

Hypatia, whether by chance or choice, found herself in the middle of this power struggle between two Christian factions. She was well-known to Orestes (and probably to Cyril as well) as a prominent member of the civic life of the city and was perceived by Cyril's faction to not only be a political ally of Orestes but an obstacle to any reconciliation between the two men. The tensions spilled over when a group of monks from the remote monasteries of the desert - men known for their fanatical zeal and not renowned for their political sophistication - came into the city in force to support Cyril and began a riot that resulted in Orestes' entourage being pelted with rocks, with one stone hitting the Prefect in the head. Not one to stand for such insults, Orestes had the monk in question arrested and tortured to death.

Cyril tried to exploit the torture and execution of the monk, making out that it was effectively a martyrdom by Orestes. This time, however, his appeals to the Imperial authorities were rejected. Angered, Cyril's followers (with or without his knowledge) took revenge by seizing Hypatia in the street and torturing her to death in vengeance.

The incident was generally regarded with horror and disgust by Christians, with Socrates Scholasticus making his feelings about it quite clear:

[Hypatia] fell a victim to the political jealousy which at that time prevailed. For as she had frequent interviews with Orestes, it was calumniously reported among the Christian populace, that it was she who prevented Orestes from being reconciled to the bishop. Some of them therefore, hurried away by a fierce and bigoted zeal, whose ringleader was a reader named Peter, waylaid her returning home, and dragging her from her carriage, they took her to the church called Caesareum, where they completely stripped her, and then murdered her with tiles [oyster shells]. After tearing her body in pieces, they took her mangled limbs to a place called Cinaron, and there burnt them. This affair brought not the least opprobrium, not only upon Cyril, but also upon the whole Alexandrian church. And surely nothing can be farther from the spirit of Christianity than the allowance of massacres, fights, and transactions of that sort.
(Socrates Scholasticus, Ecclesiastical History, VII.15)

What is notable in all this is that nowhere in any of this is her science or learning mentioned, expect as the basis for the respect which she was accorded by pagans and Christians alike. Socrates Scholasticus finishes describing her achievements and the esteem with which she was held and then goes on to say "Yet even she fell a victim to the political jealousy which at that time prevailed". In other words, despite her learning and position, she fell victim to politics. There is no evidence at all that her murder had anything to do with her learning. The idea that she was some kind of martyr to science is absurd.

History vs the Myths. And Movies.

Unfortunately for those who cling to the "conflict thesis" of science and religion perpetually at odds, the history of science actually has very few genuine martyrs at the hands of religious bigots. The fact that a mystic and kook like Giordano Bruno gets dressed up as a free-thinking scientist shows how thin on the ground such martyrs are, though usually those who like to invoke these martyrs can fall back on citing "scientists burned by the Medieval Inquistion", despite the fact this never actually happened. Most people know nothing about the Middle Ages, so this kind of vague hand-waving is usually pretty safe.

Unlike Giordano Bruno, Hypatia was a genuine scientist and, as a woman, was certainly remarkable for her time. But she was no martyr for science and science had absolutely zero to do with her murder. Exactly how much of the genuine, purely political background to her death Amenabar puts in his movie remains to be seen. It's hoped that, unlike Sagan and many others, the whole political background to the murder won't simply be ignored and her killing won't be painted as a purely anti-intellectual act of ignorant rage against her science and scholarship. But what is clear from his interviews and the film's pre-publicity is that he has chosen to frame the story in Gibbonian terms straight from the "conflict thesis" textbook - the destruction of the "Great Library", Hypatia victimised for her learning and her death as a grim harbinger of the beginning of the "Dark Ages".

And, as usual, bigots and anti-theistic zealots will ignore the evidence, the sources and rational analysis and believe Hollywood's appeal to their prejudices. It makes you wonder who the real enemies of reason actually are.

Πηγές: mathsforyou.gr | minimalist-minimalist.blogspot.com | esoterica.gr | nespa.pblogs.gr | live-pedia.gr | blogs.sch.gr


Copyright © 1998 - 2019 Foundation of Hellenism of America
All Rights Reserved.